Μερόπη Μιχαλέλη, PhD

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΙΔΙ  ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙ

Τι  εννοούμε στις μέρες μας «Επιθυμώ ένα παιδί;» Είναι ένα θέμα – πρόβλημα σύγχρονο, γιατί δεν ετίθετο πριν 50 χρόνια, τότε που η αναπαραγωγή ήταν συνδεδεμένη με το πεπρωμένο και διέφευγε σχεδόν ολοκληρωτικά της βούλησης. Το σύγχρονο κοινωνικό πλαίσιο στις βιομηχανικές χώρες άλλαξε ολοκληρωτικά με την είσοδο «του απόλυτου όπλου», που αποτελεί η αντισύλληψη. Η τρέχουσα ιατρική αντίληψη αλλά και οι επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις,  καλλιεργούν την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να ασκήσουμε απόλυτο έλεγχο στη διαδικασία της αναπαραγωγής μας. Ενώ μοιάζει ως απόλυτη φυσική και παγκόσμια, η αναπαραγωγική διαδικασία είναι ταυτόχρονα το μεγαλύτερο των μυστηρίων. Τα χαμηλά ποσοστά επιτυχίας που έχουν οι τεχνικές ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής μας υποχρεώνουν να αποδεχτούμε ότι η μετάδοση της ζωής υπόκειται όχι μόνο στην τεχνολογία αλλά κυρίως στη δράση ψυχικών παραμέτρων που δεν ελέγχουμε με την συνείδηση μας.

Θα πρέπει να διαφοροποιήσουμε:

–  Το σχέδιο για παιδί

–  Την ανάγκη  για παιδί.

–  Την επιθυμία εγκυμοσύνης ή εγκυμοσύνη για την εγκυμοσύνη.

–  Την επιθυμία για παιδί.

–  Το Σχέδιο για παιδί:  Είναι μια συνειδητή ιδέα. Στις μέρες μας το σχέδιο προγραμματίζεται χάρη στην αντισύλληψη. Το σχέδιο χτίζεται σύμφωνα με τα κοινωνικά ιδεώδη της ομάδας στην οποία ανήκουμε ή θα θέλαμε ν’ ανήκουμε. Θέλουμε να έχουμε 1 ή 2 παιδιά , όπως οι γονείς μας, ή όπως οι φίλοι μας ή όπως αναλογεί στις οικονομικές μας δυνατότητες.

–    Η ανάγκη για παιδί, συχνά συγχέεται με την επιθυμία για παιδί. Διαμορφώνεται ως αίτημα, ενίοτε πιεστικό και επιθετικό. Είναι αυτό που ακούμε συχνά να εκφράζουν τα υπογόνιμα ζευγάρια όταν έρχονται να επισκεφτούν έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας, , ως ακόμη ένα κρίκο στη μακρά αλυσίδα των εξετάσεων στις οποίες υποβάλλονται για να πετύχουν αυτό που θέλουν. Τι είναι όμως στ’ αλήθεια αυτό που στοιχειώνει τη ζωή τους, γύρω από το οποίο οργανώνουν τις ημέρες αλλά και τις νύχτες τους, τον προϋπολογισμό τους; Τους ακούμε, όσοι εργαζόμαστε θεραπευτικά με υπογόνιμα ζευγάρια, να λένε: «Αν δεν έχεις παιδί, ή ζωή δεν αξίζει». Είναι αυτό που ξεφεύγει και που το αναζητούν σε υπερεξελιγμένες τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, ακολουθώντας πρωτόκολλα βαριά και δυσβάσταχτα τα οποία όπως γνωρίζουν εξ’ αρχής, έχουν πολύ χαμηλά ποσοστά επιτυχίας.

Η ανάγκη για παιδί,  εγκαθίσταται στο ζευγάρι, αφού έχει ήδη υποστεί πλήγμα η αυθόρμητη αναπαραγωγική του ικανότητα: μετά από μια αποβολή ή μια εξωμήτριο κύηση βλέπουμε γυναίκες, μέχρι τότε με φυσιολογική ψυχική εξέλιξη και λειτουργία να εγκαθίστανται σε μια απαίτηση για παιδί, αγωνιώδη, καταθλιπτική έτσι ώστε εκτός αυτής τίποτε πλέον να μην έχει νόημα στη ζωή τους. Αν αναζητήσουμε μια βαθύτερη ανάγνωση αυτού του αιτήματος συχνά υπάρχουν πένθη παλαιότερα μη αναγνωρισμένα που αναζητούν με το τρόπο αυτό ένα δρόμο έκφρασης. Ένα παιδί με οποιοδήποτε κόστος ενάντια σε ανέμους και θύελλες, για να επουλώσει ένα τραύμα ή απλώς να το καλύψει.

Όι υπογόνιμες γυναίκες συχνά χάνουν κάθε ενδιαφέρον κοινωνικό, πνευματικό, έτσι ώστε δεν τους αφορά οτιδήποτε δεν είναι το παιδί που θα ήθελαν να «έχουν». Αν ερχόταν, θα ήταν προορισμένο να διορθώσει και να καλύψει τα πάντα: οδύνες, πένθη, απώλειες, μοναξιά, αίσθημα προσωπικής απαξίας.  Αν ανταποκριθούμε άμεσα στο αίτημα των γονέων για παιδί, κάνοντας χρήση των δυνατοτήτων που παρέχει η σύγχρονη ιατρική τεχνολογία, ενισχύεται η ψευδαίσθηση ότι η σύγχρονη ιατρική επιστήμη έχει απάντηση για όλα και διορθώνει σχεδόν τα πάντα. Με τον τρόπο αυτό κλείνουμε το δρόμο προς την έκφραση αυτού του πόνου των γονιών που προσπαθεί να βρει διέξοδο μέσα απο το σύμπτωμα: τη στειρότητα , την υπογονιμότητα, τον ενδομήτριο θάνατο και ίσως ακόμη και την προωρότητα.

–  Η εγκυμοσύνη ως επιθυμία για την εγκυμοσύνη καθεαυτή: Με τον απόλυτο έλεγχο της αναπαραγωγής μέσω της αντισύλληψης, πολλές γυναίκες πλέον, επιθυμούν να μείνουν έγκυες ως επιβεβαίωση της μη στειρότητας, στην οποία ηθελημένα υποβάλλονται από την εφηβεία τους.Ο μόνος τρόπος να διαφύγουν αυτού του άγχους που αφορά στην αναπαραγωγική τους ικανότητα, είναι να πετύχουν μια «απαράδεκτη – ακατάλληλη»  εγκυμοσύνη: και αυτό είτε γιατί ο σύντροφος είναι ακατάλληλος, είτε γιατί η στιγμή της ζωής τους είναι δυσμενής, ή γιατί οι ψυχολογικές και κοινωνικές συνθήκες στις οποίες βρίσκονται τότε , είναι δυσμενείς. Τέτοιες εγκυμοσύνες οδηγούν συχνά σε αίτημα διακοπής με αποτέλεσμα να ακολουθούνται συχνά από κλινική εικόνα χρόνιας κατάθλιψης με θεματική τιμωρίας, χρέους,  ή ανικανότητας για το γονεϊκό ρόλο.

Σήμερα η επιστήμη παράγει μια ανθρωπότητα με πολλά πρόσωπα: από τα κατεψυγμένα έμβρυα μέχρι τα κλωνοποιημένα, ένα καίριο ερώτημα τίθεται:  Στα κράτη του ανεπτυγμένου τεχνολογικά κόσμου, η μείωση της γεννητικότητας εξισορροπείται από γεννήσεις μέσω της τεχνολογίας, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγουμε στη σεξουαλική πράξη; Η τιμή που θα πρέπει να πληρώσουμε για την επιστημονική εξέλιξη, είναι η μείωση της ανθρώπινης συμβολής και συμμετοχής στη διαδικασία της ανθρώπινης αναπαραγωγής;  Προκειμένου να απαντήσουμε στο ερώτημα «Πότε αρχίζει η ζωή;» θα λάβουμε λοιπόν υπ’ όψη μας ότι τα ανθρώπινα όντα βρίσκονται ήδη πριν από τη γέννησή τους σε μια αλυσίδα νοημάτων που συνδέονται μεταξύ τους από τη διάσταση του χρόνου. Η μοναδικότητα του κάθε υποκειμένου και η αρχική στιγμή της ιστορίας του, προέρχονται από τη συνάντηση των επιθυμιών γονιμότητας των δύο γονέων του. Η επιθυμία για παιδί προηγείται του ανθρωπίνου όντος και σηματοδοτεί την αρχή της ζωής, ακόμη κι αν δεν υπάρξει ποτέ παιδί στην πραγματικότητα αλλά παραμείνει για πάντα στη φαντασία των γονέων του και ακολουθήσει την παρακαμπτήριο των μετουσιωτικών λειτουργιών. Σε ό,τι αφορά τη μετάδοση της ζωής και την εγγραφή τους σε μια γενεαλογία, τα άτομα συνδέονται με τους γονείς – γεννήτορες τους, με ένα ασυνείδητο χρέος ζωής. Η αναγνώριση αυτού του χρέους, είναι ίσως ο θεμελιώδης όρος της ικανότητας μετάδοσης της ζωής.